
ιη΄. Κάποιοι αδελφοί ξεκίνησαν από μια Σκήτη να πάνε στον Αββά Αντώνιο. Μπήκαν λοιπόν σ’ ένα καΐκι για να έλθουν σ’ αυτόν. Βρίσκουν τότε κάποιον γέροντα, άγνωστο τους, όπου ήθελε και αυτός να πάει εκεί. Καθισμένοι λοιπόν στο πλοίο, έλεγαν μεταξύ τους λόγια πατέρων και από τη Γραφή και πάλι για τα εργόχειρα τους. Ο δε γέροντας σιωπούσε.
Όταν το πλοίο άραξε, διεπίστωσαν ότι και ο γέροντας πήγαινε στον Αββά Αντώνιο. Και όταν ήλθαν σ’ αυτόν, τους λέει: «Καλή συνοδεία βρήκατε αυτόν εδώ τον γέροντα».
Λέει δε και στον γέροντα: Καλούς αδελφούς είχες μαζί σου, Αββά».
Και ο γέροντας αποκρίνεται: «Καλοί βέβαια είναι. Αλλά η αυλή τους δεν έχει πόρτα και όποιος θέλει μπαίνει στον σταύλο και λύνει τον όνο». Και αυτό το είπε γιατί έλεγαν ότι τους ερχόταν στο στόμα.
Πηγή: (Είπε Γέρων… Το Γεροντικόν σε νεοελληνική απόδοση, Υπό Βασιλείου Πέντζα, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1999), Ελληνική Πατρολογία

